Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Της άγνοιας...

Το να βρεις τόπο να υπάρχεις στο πεζούλι μεταξύ κοινωνικής κριτικής, πολιτικού ρεαλισμού, κοινωνιολογικών αναλύσεων, ανθρωποκεντρισμού, ιδεολογικών τάσεων, ιστορικών πεπραγμένων, υποκειμενισμού αντίληψης, αντικειμενοποιημένης αισθητικής και παραίσθησης, Λόγου, Τέχνης και καθημερινότητας της Ύπαρξης, μπορεί να σου κάνει το μυαλό ζελέ 

Και την ψυχολογία πορτοκαλάδα 

Χωρίς ανθρακικό 

Μπορεί και όχι 

Εξαρτάται από τις αντοχές σου 

Και το πως αντιλαμβάνεσαι την μακαριότητα της άγνοιας...


Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

5 Μαΐου...



Τα βάζανε κάτω και τα υπολογίζανε
«Πόσες μέρες απεργήσαμε τον προηγούμενο μήνα;
Πέντε εσύ, πέντε εγώ, δέκα σύνολο…
Δεν βγαίνει γαμώτο. Χρωστάμε τέσσερα κοινόχρηστα, η δόση του σπιτιού δεν βγαίνει, έχουμε σε καθυστέρηση και στο ρεύμα. Δεν βγαίνει γαμώτο…»
Μετά, σκύψανε το κεφάλι και βράζανε μέσα τους, κοιτάζοντας την τηλεόραση

Την επόμενη μέρα πήγανε στα σχολεία τους
Εκείνος, σχόλασε λίγο νωρίτερα, πήρε το αυτοκίνητο μέχρι τον πρώτο σταθμό μετρό, τσέκαρε αν έχει μάσκα άνθρακα μαζί του και ξεκίνησε για το συλλαλητήριο
Μπορεί να μην δήλωσε απεργός σήμερα, αλλά στο συλλαλητήριο θα πήγαινε βρέξει-χιονίσει
Όπως έκανε σε όλα τα τελευταία συλλαλητήρια
Σίγουρα θα έβρισκε και κάποιον φίλο κάτω. Όλο εκεί τους έβλεπε τελευταία
Συναντιόντουσαν χωρίς να το έχουν κανονίσει
Ανησυχούσε όμως με τις αντιδράσεις του τελευταία. Όπου γινόταν κανένας τσαμπουκάς με τους ματατζήδες και ήταν κοντά, όρμαγε χωρίς δεύτερη σκέψη
Τι κι αν είχε τρία παιδιά πια, τι κι αν ήταν «βολεμένος δημόσιος υπάλληλος», τι κι αν ήταν σαρανταφεύγα πια, δεν κρατιόταν με τίποτα
Μερικές φορές, είχε τρομάξει και φίλους έτσι αυθόρμητα και παρορμητικά που αντιδρούσε. Δεν το έκανε επίτηδες. Έτσι του έβγαινε.
Όταν βέβαια γύρναγε σπίτι και έβγαζε τα ρούχα που μυρίζανε χημικά στην εξώπορτα και τα παιδιά του δεν τον πλησιάζανε γιατί έζεχνε ιδρώτα και ψεκάσματα, αισθανόταν αμήχανα και άβολα. Τι να εξηγήσει και τι να πει; Μικρά ήταν ακόμη, ήθελε να τα προστατέψει από την πραγματικότητα για λίγο καιρό ακόμη
Η σύντροφος τον ρώταγε μόνο «Είσαι καλά; Έπαθες τίποτα;» και αναστέναζε από κατανόηση με αγωνία μαζί
Μέχρι την επόμενη φορά

Ο Μάης είχε πλέον μπει, είχε πάει πέντε ο μήνας κι αυτός για άλλη μια φορά κατέβαινε «κάτω»
Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς
Δεν μπόρεσε να βρει κάποιον φίλο. Κάτι γνωστούς βρήκε αλλά τους άφησε και προχώρησε μπροστά στην πάνω μεριά της πλατείας Συντάγματος, ενώ ακούγονταν ήδη πολλές κρότου-λάμψης.
Όταν έσκασε η μεγαλύτερη ομοβροντία καπνογόνων και χημικών που θυμόταν να είχε βρεθεί εκείνες τις μέρες, ο κόσμος άρχισε να υποχωρεί προς τον Εθνικό Κήπο με φόβο να καταπατηθεί
Στην αρχή, επειδή είχε δει τον αέρα να φυσάει προς την ίδια κατεύθυνση και κατάλαβε πως το χημικό σύννεφο θα τους αγκάλιαζε για περισσότερο χρόνο, φώναξε με μερικούς άλλους «Όχι πίσω παιδιά! Μπροστά πάμε όλοι! Μην πανικοβάλλεστε!!! Μπροστά!»
Μάταιος κόπος. Ο πανικός βουλώνει τα αυτιά
Έμεινε ξαφνικά μόνος του μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο, να βήχει πίσω από την φτηνή μάσκα άνθρακα και να προσπαθεί να στερεώσει τα μαύρα γυαλιά ηλίου στα μάτια του, μπας και γλυτώσει λίγο από τα δακρυγόνα
Περπάταγε κόντρα στο σύννεφο, να περάσει μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη και να συνεχίσει στην πορεία. Δεν θα τους πέρναγε γαμώ το φελέκι μου μέσα!
Διέκρινε μερικές φιγούρες ματατζήδων να έρχονται προς το μέρος του, ενώ εκείνος συνέχιζε να περπατάει προς την κατεύθυνσή τους και να βρίζει καντήλια και φύτρες και ιερά και όσια
Ήταν σίγουρος πως θα τελείωνε πολύ σύντομα
Μια γερή γκλομπιά στο κεφάλι και αυτό θα ήταν
Τσιτωμένος από την αδρεναλίνη, περπάταγε σταθερά και περίμενε να αισθανθεί το χτύπημα

Ίσως το ότι έτσι ντυμένος στα ολόμαυρα, στην ηλικία του, με μπανάνα στην μέση και με το στυλ που έμοιαζε για ασφαλίτης, ίσως το παχύ λευκό σύννεφο χημικών, ίσως το ότι έβριζε και προχώραγε μπροστά, ίσως επειδή ήταν απλά κωλόφαρδος, κανείς δεν τον ακούμπησε
Πότε βρέθηκε να περνάει δίπλα από το Μεγάλη Βρετανία και να κάθεται να πάρει ανάσες σε ένα πεζούλι, κλαίγοντας και φτύνοντας χημικά και σάλια, δεν το κατάλαβε
Μια παρέα νεαρών που τον είδε τον ρώτησε αν είναι καλά και αν θέλει λίγο riopan. Τους ευχαρίστησε και αρνήθηκε

Την ωρα που προσπαθούσε να απαλλαγεί από μύξες, σάλια και χημικά, χτύπησε το τηλέφωνο
-          Που είσαι; Θα έρθεις να μας πάρεις από το σχολείο;
-          Είμαι στην Πανεπιστημιού και ξερνάω χημικά· απάντησε
-          Που;;; Μα είπες πως δεν…
-          Πάρε τα παιδιά και πες στον πατέρα σου να σας πάρει. Έρχομαι αλλά θα καθυστερήσω λίγο… Βγάλε στην εξώπορτα μια σακούλα να βάλω μέσα τα ρούχα να τα βγάλουμε στο μπαλκόνι. Να μην με δουν τα παιδιά έτσι…

Σηκώθηκε πέταξε την άχρηστη πια μάσκα άνθρακα των τριων ευρώ και κατηφόρισε στην Πανεπιστημίου
Από την Σταδίου έβλεπε να ανεβαίνει πυκνός μαύρος καπνός και να ακούγονται σειρήνες πυροσβεστικής
Μπήκε στο μετρό και κοίταγε τον κόσμο γύρω του.
Πολλοί είχαν σημάδια από χημικά πάνω τους, άσπρα πρόσωπα από το Maalox, άλλοι έβηχαν συνέχεια
«Να πάω να αγκαλιάσω τα παιδιά μου» σκεφτόταν

Το ίδιο βράδυ, το σοκ της συνειδητοποίησης του τι ήταν εκείνος ο μαύρος καπνός στην Σταδίου, του έκανε το στομάχι χάλια και την ψυχολογία ερείπιο
Κάποια στιγμή, είδε στην τηλεόραση και μια λήψη από το προαύλιο της Βουλής, που έδειξε έναν μοναχικό τύπο στα μαύρα, να χάνεται μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο χημικών και να βγαίνει από την άλλη μεριά
Ανατρίχιασε
Αύριο, θα πήγαινε να αγοράσει καινούρια μάσκα, καλύτερα καμιά δεκαριά κι ας ήρθαν και τα καινούρια κοινόχρηστα

……..
Μετά, ο χρόνος πέρασε
Πολλά ξεχάστηκαν, πολλοί ξέχασαν
Εξακολουθεί και χρωστά  τρία κοινόχρηστα, τα παιδιά πάνε και γυρίζουν μόνα τους από τα σχολεία και τις σχολές τους
Του μείνανε τουλάχιστον δύο τρεις μάσκες
Ποτέ δεν ξέρεις…

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Χαρτί και μολύβι


Μ΄ αρέσουν οι γρίφοι
Και τα παζλ
Τι κι αν η λύση τελικά είναι μια, τι κι αν οι θέσεις σε ένα παζλ είναι αυστηρά καθορισμένες
Έχω φάει ώρες, ίσως και χρόνια, να ψάχνω να βρω άλλη λύση από την ενδεδειγμένη.
Να βρω την ρωγμή στο καθιερωμένο σύστημα αλληλουχίας.
Την Κερκόπορτα της πραγματικότητας
Να μπορέσω να πω «Πάρτα ρε! Αυτό δεν το είχατε σκεφτεί!»
Εμένα ψάχνω δηλαδή, αλλά δια της πλαγίας οδού.

Τελικά, τρώω τα μούτρα μου και υποτάσσομαι στην αλήθεια που οι άλλοι έχουν ετοιμάσει από πριν.
Το άρρωστο είναι πως ευχαριστιέμαι που τα κατάφερα κιόλας.

Αλλά δεν το βάζω κάτω. Κρατάω σε κάποιο σκοτεινό σημείο του μυαλού, το ενδεχόμενο να μην έχω όλα τα δεδομένα. Να μην έχω την πλήρη οπτική. Την έλλειψη γνώσης για το πώς κόβονται τα κομμάτια του παζλ. Υπολογίζω και την άγνοια για την κβαντομηχανική που όλα φαίνονται πιθανά αλλά και για την Θεωρία του Χάους, που όλα φαίνονται απίθανα
Ξέρω πως είναι αυτοπαραμύθιασμα αυτό, αλλά όπως και να το κάνεις, έχει μια παρηγοριά μέσα του.
Πικρή μεν, αλλά βολική.
Μικρές νίκες, που θρέφουν τις μεγάλες απώλειες.

Να ας πούμε, με την χάραξη ενός κύκλου.
Στον πίνακα, κάνεις κέντρο τον αγκώνα σου και τραβάς έναν σχεδόν τέλειο κύκλο με την κιμωλία. Χωρίς διαβήτη.
Τι να τους κάνεις άλλωστε τους τέλειους κύκλους;
Είναι μονότονοι και αυστηροί. Δεν διαπραγματεύονται το μέσα με το έξω. Τα ορίζουν και τέλος.
Οι στενάχωρες καταστάσεις της γραμμικότητας.

Η πιο ωραία νίκη όμως, είναι η χάραξη κύκλου ΚΑΙ κέντρου, χωρίς να σηκώσεις στιγμή το μολύβι.
Μονοκονδυλιά.
Αλλά δεν γίνεται σε πίνακα. Θέλει σελίδα χαρτιού.
Είπαμε «μικρές νίκες»

Τσακίζεις λοιπόν το χαρτί από μια γωνία του, μαρκάρεις με μια βούλα το σημείο που τελειώνει η ακμή πάνω στο κυρίως χαρτί, συνεχίζεις τραβώντας μια γραμμή πάνω στην διπλωμένη πλευρά του χαρτιού, μετά συνεχίζεις σαν να ξεκινάς να διαγράψεις κύκλο. Μόλις το μολύβι κατέβει από το δίπλωμα στην κυρίως σελίδα, ξεδιπλώνεις το τσάκισμα και ολοκληρώνεις το κύκλο σου πάνω στο κυρίως χαρτί.
Μονοκονδυλιά λοιπόν, έχεις και τον κύκλο και το κέντρο του.
Μένει μόνο η συνδετική γραμμή στο πίσω μέρος του τσακίσματος που δεν βλέπει κανείς.

Αν θέλεις περισσότερους κύκλους και κέντρα μονοκονδυλιά, υπολόγισε τα τσακίσματα που θα χρειαστούν. Τις αποστάσεις από το κέντρο σου. Και που θα τα κάνεις.

Ε, αυτή είναι η ζωή σου.
Εσύ αποφάσισες πως θα διπλώσεις το χαρτί, εσύ ορίζεις το κέντρο σου, εσύ και το πώς θα ενταχθείς στον κύκλο που χαράσσεται στο μεγάλο χαρτί

Και αυτό το χακάρισμα του γεωμετρικού αξιώματος, το ξέρεις μόνο εσύ

Και όσοι τους το δείξεις

Χαρτί και μολύβι να έχουμε μονάχα


(Επηρεασμένος και σε απάντηση της ανάρτησης του φίλου μου του Πάνου…)

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Στάχτη από νότες





«Τι είναι δύο χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα;…»

Και τσίμπησε ο μαλάκας

Δύο χρόνια έβραζε στο ζουμί του, έμαθε να πίνει, έγινε ντίρλα
πολλές φορές για πάρτη της, πάντα μόνος του, μακριά από τα βλέμματα γνωστών και
φίλων.

Κουβάλαγε την καψούρα και την προδοσία μέσα του και μόνο η
μάνα του είχε πάρει χαμπάρι. Και έκλαιγε κρυφά στην κουζίνα, όταν του έφτιαχνε
καφέ με λεμόνι να ξεμεθύσει
Και ένας φίλος που έγινε κολλητός για χρόνια

Όταν τον πήρε τηλέφωνο δυο χρόνια μετά και ξαναβρεθήκανε οι
αντιστάσεις του διαλύθηκαν.
Όλα εκείνα τα «θα την ξεφτιλίσω αν βρεθούμε, θα δει τι θα
πάθει…» εξανεμίστηκαν με την πρώτη αγκαλιά και το πρώτο φιλί
Σπουδαστής αυτός πια, άνεργη εκείνη

Τρεις βδομάδες κράτησε η επανένωση

Ίσα ίσα για να καταλάβει πως τα δύο χρόνια μπορούν να είναι
μια αιωνιότητα

Κι ο Στέλιος της MAD στο Περιστέρι, λες και ήταν βαλτός, στο
αντίο τους, έβαλε να παίζει Spandau Ballet που τρελαινόταν αυτή όταν το άκουγε

Μετά από αιώνες, του έχει μείνει η ανάμνηση από το γαλάζιο
βλέμμα της μέσα από την ξανθιά φράντζα, την ώρα που έβγαινε από το μαγαζί για
τελευταία φορά

Ούτε ξέρει που βρίσκεται πια

Δεν τον νοιάζει κιόλας.

Ότι ζημιά ήταν να κάνει ο καθένας τους, την έχει ήδη κάνει

Έχουν μείνει δύο κομμάτια μόνο
Εκείνο που άκουγε επι δύο χρόνια και δάκρυζε και εκείνο το
άλλο, που άκουγε μετά και απλά προχώραγε την ζωή του με μια εφηβική θλίψη
παρακαταθήκη, με μια παλιά φωτογραφία, καταχωνιασμένη κάπου

Δεν ξεχνάει η μουσική φίλε

(γαμημένο youtube …)


https://www.youtube.com/watch?v=hlLCC_gF8QY

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Της α-f-ωνίας


Κάποια στιγμή θα καταμετρηθούν οι σιωπές
που δήλωσαν παραίτηση τελεσίδικα
κι εκείνες που γεμίζουν πλέον τα ποτήρια κατά μόνας
και οι άλλες, οι αθέατες και μισοκρυμμένες σε διαμερίσματα-τάφους
ασθμαίνουσες οι περισσότερες με μια άγνοια πανωφόρι
ίδιο χειμώνα καλοκαίρι
πασχίζουν για ψευδοανάσες πάνω στων νεκροζώντανων τα άλλοθι
με καδραρισμένες καταθλίψεις και κουμπιά απελπισίας
κλικ να ζήσω
κλικ
κλικ
κλικ

Φαντάζομαι έναν γύρο το περιβάλλον
χωρίς ήχο
Εθιμοτυπική έξοδος σε παρέες τα Σαββατόβραδα
να γιορταστεί η νέα συλλογικότητα της μοναξιάς
και οι όποιες αποφάσεις από Δευτέρα
---κλικ---

Κραυγάζει η απομόνωση στις selfie
αντανακλαστική η διανομή σε φατσούλες και σηκωμένους αντίχειρες
ψηφιοποιημένα μοιράζονται ξόρκια της θλίψης
που είσαι τώρα – με ποιόν είσαι μαζί
βλέπεις, οι καιροί απαιτούν κοινοποίηση της έλλειψης
και ξεκομμένη από τους καιρούς ζορίζει πολύ η επιβίωση

Μια θάλασσα από πνιγμένα εγώ
προσθέτουν, εμποδίζουν, σκουντάνε, χαχανίζουν, αιτούνται
συνδέονται μεταξύ τους χωρίς να αγγίζονται
με μια απατηλή αίσθηση κατοχής και ιδιοκτησίας
στην αυθαίρετη χρήση των κτητικών αντωνυμιών
Έχει μια αίσθηση νίκης η εκ του μακρόθεν οικειότητα
Όπως και η φορεμένη κατάσαρκα αλλοιωμένη αντίληψη του χρόνου
                                                                                                και του μη – τόπου
τόσο ρεαλιστική όμως, όπως και να έχει

Τα νέα πάθη δεν έχουν μνήμη
Ενσωματώνουν τα ήθη της λήθης σε κράμα
μαζί με άχρηστες πληροφορίες και ψευδοειδήσεις
όσο η χαρά του εφ-ήμερου κρεμάει τις αμφιβολίες στα ακροδάκτυλα
Ήρθαν πια εποχές που ακόμη και οι πολλές τελείες έχουν να δηλώσουν κάτι...

Οτιδήποτε...

Τόσες αδικημένες σιωπές μαζί
από την ίδια τους την αfωνία 
συμπλέουν
παραλείποντας συχνά τα φωνήεντα χάριν ευκολίας ή και μαγκιάς
ή και μιας αχαρτογράφητης ανάγκης ακόμα
σε ένα μαζικό και ανέξοδο κυνήγι παγωμένων στιγμών
                                                με λεζάντες ή άνευ
που επιφέρουν μακρόσυρτα ααααα και ωωωω
σαν ενοχική αναπλήρωση ίσως
συντροφιά με καρδούλες
πολλά θαυμαστικά
και μερικούς ξέμπαρκους άσσους
από βιασύνη για δήλωση

Κι ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω
πως φτάσαμε να βασανίζουμε έτσι τις σιωπές μας
όλοι εκείνοι που τις είχαμε γυμνάσει
να ουρλιάζουν

Κι έχεις και την πράσινη κουκκίδα δεξιά να σε προδίδει
---κλικ---

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Τρισάγιο


Δεν ήξερε αν έπρεπε να σηκωθεί ή όχι. Δεν ήταν συνηθισμένος στο να πηγαίνει σε εκκλησίες, να παρακολουθεί την λειτουργία, να αποστηθίζει λόγια και τυπικά και να γίνεται μέρος του κλήρου.
Εδώ που τα λέμε βέβαια, αυτό ίσχυε σε αρκετές πτυχές της ζωής του, όπως για παράδειγμα σε κοινωνικές συμβάσεις που είχε επιλέξει να μην απορρίψει και που υιοθετούσε κατ΄ ανάγκη και χωρίς ενθουσιασμό, σε σχεδόν οτιδήποτε εμπλεκόταν και που χαρακτηριζόταν από μια επανάληψη και την σταθερότητα ενός τυπικού ή που κάθε φορά έπρεπε να ακολουθηθεί μια δοκιμασμένη και θεσπισμένη ακολουθία όσο αυτός έβγαζε φλύκταινες και ανυπομονούσε να τελειώσει να φύγει από εκεί.
Συμπληρωματικά δε, με την εκκλησία είχε κόψει δεσμούς από την εφηβεία του, όταν βρέθηκε δεκατεσσάρων χρονών παλικαράκι, να σπρώχνεται να ξεφύγει από άγνωστες αλλά βαθιά θρησκευόμενες  θειάδες που τσουρομαδιόνταν δίπλα του για να γεμίσουν τα μπουκάλια τους με αγιασμό και οργισμένους με θεία μήνη μπαρμπάδες που έριχναν ευλογημένα μπινελίκια που δεν τους σέβονταν οι άλλοι συνομήλικοι και δεν τους άφηναν να πάρουν πρώτοι από το αγιασμένο νερό με γεύση βασιλικό που βάζανε στην δεξαμενή οι παπάδες στον Άγιο Ταξιάρχη στον Περιστέρι και το μοίραζαν από την μικρή εξέδρα στο προαύλιο.
Κάτω από αυτή την ίδια την εξέδρα βρήκε καταφύγιο για να γλυτώσει από την θεία έκσταση των πιστών, που εκφραζόταν ποικιλοτρόπως, με σπρωξίματα, κατάρες, τσιμπιές, απειλές με σάλια προς πάσα κατεύθυνση, ολίγη από σφαλιάρες και δολοφονικά βλέμματα.
Ούτε που θυμόταν πως πρόλαβε να μισογεμίσει το μικρό πλαστικό ποτηράκι και να το σκεπάσει με αλουμινόχαρτο που του είχε δώσει η μάνα του.
Θυμόταν όμως πως της το επέστρεψε σκυθρωπός με την τελεσίδικη δήλωση «Τέλος για μένα η εκκλησία! Μόνο σε κανέναν γάμο, καμιά κηδεία και τίποτα βαφτίσια πια. Άντε και την Ανάσταση να γουστάρω με τα βαρελότα!». Και το τήρησε.

Και να που τώρα, στα τρίχρονα του πατέρα του, στην εκκλησία του Άϊ Γιώργη, στο χωρίο τους, έβλεπε το εκκλησίασμα να σηκώνεται και να κάθεται, συγχρονισμένα, χωρίς να κοιτάζονται, ακούγοντας μόνο την δυσνόητη εκφορά των λέξεων από τον εθελοντή αλλά και φάλτσο ψάλτη, καθώς και εκείνα του πρώην οικοδόμου παππά – Χρήστου. Οικοδόμος εν ζωή κι ο πατέρας του, έδενε το σκηνικό.

Κοίταγε λοιπόν που και που το εκκλησίασμα και έβλεπε πολλές δεκαετίες να ασπρίζουν στα κεφάλια τους. 
Αυτός, η σύντροφός του και ένας πρωτοξάδερφος έριχναν τον ηλικιακό μέσο όρο  καμιά τριανταριά χρόνια, που εξακολουθούσε όμως να παραμένει σε προ-Μητσοτακικά επίπεδα σε σύνολο σαράντα ανθρώπων.
Ήξεραν όμως, πότε να σηκωθούν. 
Ενώ αυτός, κοίταγε τους άλλους τι κάνουν και ακολουθούσε. 
Η σύντροφός του στην δεξιά σειρά, των γυναικών, το είχε λύσει το θέμα, αφού συντρέχοντας την πεθερά της, παρέμενε όρθια καθ’ όλη την διάρκεια της λειτουργίας.
Αυτός όμως προσπαθούσε να ηρεμήσει τις σκέψεις του πηγαίνοντας πάνω κάτω σαν ασυγχρόνιστο αμορτισέρ. 

Δεν αισθανόταν όμως άσχημα γι΄αυτό, αμήχανα ίσως, όχι όμως άσχημα. 
Ούτε υποκριτής αισθανόταν που κάθονταν σε χώρο που θέλει αλλιώς τους παρευρισκόμενους. Το έβλεπε και το ένιωθε σαν κομμάτι της παράδοσης και της κληρονομιάς του, σαν κάτι που ναι μεν δεν επέλεξε, αλλά το σεβόταν ειλικρινά και ήξερε πως έχει γαλουχήσει ένα κομμάτι μέσα του με διαφόρους τρόπους. Αρνητικούς ή θετικούς. 
Όπως σεβόταν την αίσθηση που είχε βιώνοντας μια και μοναδική λειτουργία σε Φλαμανδική Εκκλησία στην Μπρυζ, όπως σεβόταν την αίσθηση που του απέπνευσε η μοναδική επίσκεψη παρέα με τα πιτσιρίκια του στην Ευαγγελική Εκκλησία της Αθήνας, χρόνια πριν.
Ούτε ενοχές και τύψεις είχε για τον πατέρα του που έτσι κι αλλιώς τον κράταγε ζωντανό μέσα του, τον οποίο μάλιστα σκεφτόταν να κοιτάζει από μια γωνιά και να χαμογελάει με εκείνο το σκανδαλιάρικο γυαλιστερό βλέμμα, που δεν γούσταρε τους παππάδες και τους «μεγαλοσταυρίτες» όπως έλεγε τους πιστούς της Κυριακής, κάνοντας τη γνωστή σαν χαιρετισμό κίνηση με το δεξί του χέρι, σαν να του έλεγε:
 «Τι παιδεύεσαι μωρέ; Χέστηκε η φοράδα μας στο αλώνι αν σηκώθηκες ή έκατσες ανακούρκουδα. Άλλα μετράνε στη ζωή. Να μην αδικήσεις κανέναν, να μην κάνεις εκείνα που κοροϊδεύεις, να βοηθάς όσους δεν μπορούν μονάχοι τους. Και να σηκώνεσαι ή να κάθεσαι εκεί που νιώθεις ότι πρέπει και όχι εκεί που προστάζει ο πισινός του διπλανού σου.
Δεν μετράει ο σταυρός που κάνεις, ούτε το μπόϊ που δείχνεις, αλλά το ανάστημα που έχεις.
Κι αν έρθει η ώρα να σε παν στην πατλίτσα*, να πας με το κεφάλι ψηλά, να παίρνουν καλή σειρά οι επόμενοι…»

Έτσι, κοιτάζοντας άλλοτε τα αυστηρά χρώματα στις τοιχογραφίες του Άϊ Γιώργη, άλλοτε τα μεταλλικά ταμπελάκια στις καρέκλες που έγραφαν «Δωρεά σε μνήμη του…», άλλοτε τους εθελοντές ψάλτες που έγιναν πέντε μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, μια να κάθεται και δύο να σηκώνεται, έφτασε η ώρα να διαβαστεί κι ο δίσκος με τα κόλλυβα και να ακουστεί το όνομα του κυρ Απόστολου, του πατέρα του. 
Η μάνα του, η σύντροφος και ο πρωτοξάδερφος  σαν πιο γνώστες, μοίραζαν στα πλαστικά κουπάκια τα κόλλυβα και τα κουλούρια, ενώ εκείνου, εντελώς έξω από τα νερά του, του έμεινε ο ρόλος να δέχεται χειραψίες και ευχές από τους συγχωριανούς.

Λίγο αργότερα, στο μνήμα του πατέρα του στην Αγία Τριάδα, όσο τα εγγόνια, η σύζυγος, η νύφη και τέσσερεις –πέντε χωριανοί με σταυρωμένα τα χέρια άκουγαν τα λόγια του τρισάγιου του παπα-Χρήστου, το βλέμμα του μια κοίταζε τη φωτογραφία του πατέρα του και μια τις κίτρινες μαντζουράνες που φύτρωσαν μόνες τους στην μέση ακριβώς της γης που τελικά αναλογεί στον καθένα μας.

Μόλις το τρισάγιο τελείωσε, ακούμπησε ελαφρά κάτω το μικρό θυμιατήρι που λιβάνιζε ακόμη, χάϊδεψε την φωτογραφία του γεννήτορά του, άναψε τσιγάρο και έμεινε για λίγο να κοιτάζει την πλαγιά της Τέμπλας απέναντι, το απίστευτα καθάριο γαλάζιο του ουρανού και τα χρώματα της ζωής του που κατηφόριζαν προς το αυτοκίνητο και τον περίμεναν.

Γι΄αυτά τα χρώματα μπροστά του, τα δικά του τα χρώματα, ήταν απολύτως σίγουρος για το πότε να σηκώνεται…


(*) πατλίτσα: πατημένο πλαϊνό πλαγιάς, κατασκευασμένο μικρό πλάτωμα, (στην συγκεκριμένη περίπτωση: το νεκροταφείο του χωριού).

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Του φίλου




Δηλαδή, τι να πω που δεν το ξέρεις;


Έχεις μπει στο λαγούμι σου και τραβάς το χώμα να σε σκεπάσει
Ρε συ, δεν είναι η ώρα σου ακόμη, δεν κερδίζεις σε ζωή όταν
εγκλωβίζεσαι στον πόνο
Κι ας μην σε ενδιέφερε ποτέ το κέρδος
Βγάζεις τον πόνο σου στα μανταλάκια, δεν του αξίζει
Εσύ τους πόνους σου τους αγαπάς
Γεμάτος ο κόσμος Κύκλωπες να κρυφοκοιτάξουν τα εσώρουχα του
άλλου

με το μάτι μισάνοιχτο
για να ξεχνάνε την δικιά τους γύμνια
που δεν τους έλαχε ποτέ κανένας Οδυσσέας
παρά βελάσματα μονάχα
Δικαίωμά σου να πονάς, δικαίωμά τους να μην νοιάζονται
Για τις αιτίες όμως, να ξέρεις, χεστήκανε
Να δουν αίμα και σπέρμα να ρέει και ζούνε
Αφού ζωές δεν υπάρχουν, σκυλεύουν των άλλων
Γίναν απίστευτα πολλοί όσοι γλύφουν καταραμένους
Οι δανικές συγκινήσεις παρέχουν ασφάλεια
Και τσάμπα θέαμα

Το λίγο λίγο ευτελίζει το αυθόρμητο
Και το αυθόρμητο είναι η ειδοποιός
διαφορά
Και στον έρωτα και στην ζωή
Και στον θάνατο αν το καλοσκεφτείς
Μην τους δίνεις αυτή την χαρά
Κράτα καμιάν ανάσα για σένα
Στην τελική, γιατί πρέπει σώνει και καλά να φοράς κατάσαρκα τους
δαίμονες σου;
Τα λάθη σου, είναι δική σου υπόθεση
Τα λάθη των άλλων, δικιά τους
Όπου τέμνονται είναι ο κόσμος που μας αναλογεί

Κι ας μην απάντησες ποτέ αν όλο αυτό σε θρέφει

Μπύρες από το περίπτερο και τράκα τσιγάρα ρε μαλάκα
Και κάτι σκοτωμένα ροκ μπλουζ της εποχής των δεινοσαύρων
Και γύρω πέφτουν κορμιά, αν δεν το έχεις καταλάβει
Πόνος, αγωνία και απελπισμένα μάτια
Και ρόγχοι. Πολλοί. Tελειωμένων αλλά και νεογέννητων

Στηλώσου
σύστημα γιούργια κι ότι θερίσουμε
όχι για το θέαμα
ούτε για το Μετά
για το τώρα των αθώων ρε συ

Να το τερέν
Παίξε κι ας είναι σικέ το αποτέλεσμα
Μην μας φάει ο πάγκος μόνο

Δικές σου αποφάσεις, 
δεν λέω, 
αλλά να,
έχει τόσο ουρανό ακόμα