Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Καρέ




    Κλεισμένος στο δωμάτιο λυσσάει κάποια βράδια.

Κοντά τριάντα χρόνια μαζί και ένα καλό σέρβις δεν της έχει κάνει. Αλλά δεν τον πρόδωσε ποτέ. Κι ας της έχει προσφέρει μόνο μια αρχαία πεταλιέρα και έναν ενισχυτή κειμήλιο. Λειτουργεί ακόμη η σχέση τους.

Εκείνες τις στιγμές, ο άμαχος πληθυσμός του σπιτιού, τηρεί ουδετερότητα. Ορθώς.

Ασυλία από την σημαία, το έχει ανάγκη, μην τον ενοχλείτε, θα του περάσει.



      Λειτουργική βαίνει και η παράλληλη σχέση του. Σχετικά δηλαδή.

Με τα  δύο χιλιάδες βινύλια περίπου και το αρχαίο στερεοφωνικό σύστημα.

Το πρόβλημα είναι με τα ηχεία. Που δεν ταιριάζουν με το χρώμα των επίπλων στο σαλόνι.

Θα μου πεις, υπάρχει βέβαια και το γιουτούμπ πια. Ναι, αλλά για ξεπέτες. Όχι του στυλ του.

Μόνο να, όταν παίρνει στα χέρια κανένα βινύλιο, σμίγουν τα φρύδια του, βαθαίνουν οι ρυτίδες στο μέτωπο και βυθίζεται στο εξώφυλλο με την μουσική από το λαπτοπ, τότε μπαίνει οικειοθελώς σε καραντίνα.

Φαντάζεται αόρατο θόλο από ωμά κομμάτια του χρόνου του, χωρίς αποστείρωση, χωρίς αιτίες και αιτιατά, κι αυτός εκεί. Σταυροπόδι σε στάση Λωτού.

Δεν είναι να μπαίνει κανείς άλλος εκεί.



     Είναι και το θέμα με τις τυπωμένες μοναξιές. Σε ντάνες.

Στο υπόγειο, στην μικρή βιβλιοθήκη, δίπλα στο κρεββάτι, σε συρτάρια, μέσα σε τσάντες.

Σαν οδηγίες χρήσης για να διεκδικεί τις εικόνες του.

Που ανασκάπτει και παλεύει να επαναδημιουργήσει.

Με θραύσματα γραφών ψυχής, ανάκατα με ψυχές γραφών.

Και προδοσίες. Και έρωτες. Και μουσικές.

Συνήθως, η κρίση τελειώνει με ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι.



       Επιπρόσθετα, από καιρό σε καιρό, το τυχαίο διεκδικεί το μερίδιό του.

Σε άγνωστα μπαράκια με ζωντανή μουσική κυρίως. Τελευταία, και με αρκετούς καμουφλαρισμένους ζωντανούς.

Σε έκτακτη έξοδο μέσα από τους άδειους δρόμους του Πειραιά.

Μέσα από την νυχτερινή ερημία στα Καμίνια, τα συνεργεία, τις αποθήκες και τις βιοτεχνίες.

Για να προλάβει τα δύο τελευταία κομμάτια, όρθιος στην μπάρα. Όπως παλιά.

Κι αν η τύχη έχει κέφια απόψε, ίσως να ξαναθυμηθεί πάνω στον έντονο φανκ ρυθμό του αποχαιρετιστήριου, πως είναι να αποχαιρετάς νοερά και την κοκκινομάλλα απέναντι που λικνίζεται κοιτάζοντάς τον, κατευθυνόμενη προς την έξοδο.

«Λυπάμαι, σε μια άλλη ζωή. Ίσως…» θα της ξαναφωνάζει με τα μάτια και με ένα ανασήκωμα των ώμων.

(Τελικά, εκείνο το χαμόγελο με το βλέμμα να χαμηλώνει στο πάτωμα, με συνοδεία εκείνης της απίστευτα θηλυκής μισής κίνησης «να φύγω ή όχι, να πάω ή όχι», θα πρέπει να απαγορευθούν με νόμο.

Κινδυνεύουν τα πάντα από κάτι τέτοιες μικρές λεπτομέρειες…)



  Νομοτελειακά, οι ρυθμοί θα πέσουν όταν ανταλλάσσει λίγες κουβέντες με δύο γνωστούς και τον σαξοφωνίστα, όταν κατεβάσει με μια μεγάλη γουλιά το υπόλοιπο του ποτού και πληρώσει.

Άλλωστε, από το απόγευμα ήδη, έχει υποσχεθεί σε φίλο εκ Βορρά ένα μεθύσι με πιασάρικο θέμα:

«Μαλάκα, τι θα κάνουμε με τις ενοχές μας;» και πρέπει να το δουλέψει λίγο.

Αλλιώς θα του βγει πολύτομο έργο.

Δεν συμφέρει πια η πολυλογία. Χάνεται όλη η ομορφιά των χαμηλωμένων βλεμμάτων και των μισών κινήσεων.

(Τον ακούει ήδη: Κόψε φίλε, κόψε! Πολύ το υλικό και καταντά ανούσιο. Ίσως σε τίτλους μόνο.)



    Στο επόμενο καρέ, στην κολώνα δίπλα από το αυτοκίνητο, μια παλιά μαυρόασπρη αφίσα, τον καλεί να πάρει θέση.

Λες και δεν είχε. Ή δεν έχει.

Αλλά και που έχει, τι;;

(…Μαζεύονται πολλά. Κόψε!)

Ακουμπώντας πάνω στην κολώνα και στρίβει τσιγάρο. Ψυχή δεν περνάει, άδειο το Πασαλιμάνι, μόνο ένα μαύρο σιωπηλό νερό απέναντι, ούτε καν θάλασσα.

Και σιωπή

Ανάβει ξεφυσώντας τον καπνό προς τα πάνω, σαν παλιά νουάρ ταινία.

Ασυναίσθητες ταυτίσεις.

(…Κι εδώ κόψε. Ίσως να αφήσεις ένα ή δύο καρέ.)



     Που λες, τουλάχιστον απόψε αποϊδρυματοποίησε την μοναξιά του. Θα μπορούσε μάλιστα και να της επιφέρει καίριο χτύπημα. Κόκκινου χρώματος ίσως. Ίσως και ξανθού.

Χαμογελώντας, ξεκίνησε για πίσω.

Ρεαλιστικά πράγματα, απτά, δοκιμασμένα.

Πρέπει να σκεφτεί τι θα κάνει με το χρώμα των ηχείων.

Όχι, το κόκκινο δεν μπορεί να είναι καν επιλογή.



Σίγουρα πάντως, ένα καρέ θα είναι με ένα τελευταίο τσιγάρο στο μπαλκόνι…


Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Οι σιωπές του Νοέμβρη



-          - Δεν μιλάς πια για τον Νοέμβρη.
   Γιατί δεν μιλάς;…

Να μιλήσει και να πει τι;

Που κάθε Νοέμβρη που θυμόταν τον εαυτό του, μια πίκρα τον κυριεύει
Παλαιότερα, μαζί με οργή, υπερηφάνεια και ελπίδα
Τώρα, μόνο η πίκρα

Που θυμόταν τον πατέρα του να κλαίει από λύσσα κι άδικο
στην πόρτα του υπνοδωματίου
Και την μάνα του να έχει πέσει πάνω του και να του λέει
«Έχεις παιδί! Που πας;;;!!...» κλαίγοντας κι αυτή
Κι ο Παπαχρήστος ανάμεσα από παράσιτα να ουρλιάζει
«Πως είναι δυνατόν να πυροβολήσετε τα αδέρφια σας;;;!!!!...»
Κι αυτός κάτω από τις κουβέρτες, εννιάχρονο παιδί, να προσπαθεί να καταλάβει

Κι αργότερα, στις μαθητικές πορείες, την στοχοποίηση
που δεν καθόταν υπάκουος εκεί που ήταν οι πολλοί
που τους έσπρωχναν οι αλυσίδες
και κόντεψε να τους πατήσει το τρένο στην Λένορμαν
επειδή οι ταγοί αποφάσιζαν
πως η εξέγερση είναι αυστηρά ελεγχόμενο και μουσειακό είδος
και πρέπει να φυλάσσεται καθαρό
από δίπλα να σπρώχνουν κι άλλοι
εκείνοι που θεωρούσαν πως η εξέγερση είναι χαβαλές και εκτόνωση

Να μιλήσει για τι από όλα;
για τους νεκρούς που ακόμη και τώρα τα βδελύγματα αρνούνται
και τους αργότερα νεκρούς και άσχημα σακατεμένους
κάποιοι σχεδόν δίπλα του
για την βιωματική έννοια του κράτους
και το σιχαμένο πρόσωπο της καταστολής;
Τους φασίστες μήπως;
που βρέθηκε κατά λάθος ανάμεσά τους
να προσπαθεί να μπει μέσα στο προαύλιο;

Κι ακόμη πιο μετά, τις κουβέντες με τον Κώστα;
που τα βρόντησε κάτω από το κόμμα
όταν του έδωσαν να κολλήσει το «οκτώ»
που επίσημα ή δεν υπήρξε ή ήταν δουλειά πρακτόρων
«Ρε, είναι οι φίλοι μας αυτοί, είναι οι σύντροφοί μας, οι συναγωνιστές μας!!»
Και τα μούτζωσε όλα
Και μπήκε μέσα
Εκεί που ανήκε η Ιστορία· στο Τώρα

Πώς να εξηγήσει;
τον εμετό που ένιωσε να του ανεβαίνει στον λαιμό
και έμεινε εκεί έκτοτε
με τα αναμνηστικά κασκόλ,
τα σουβλάκια
το πανηγύρι
τα μπάχαλα για την καύλα
τις εξαργυρώσεις
σε θέσεις, καριέρες, διασημότητα, «γράμματα»


Να πει τι πια;
που στις σχολικές «γιορτές» κάθεται στην γωνία σιωπηλός
με την θλίψη στα μάτια και την πίκρα πανωφόρι
για την σπίλωση και το ξεπούλημα από τους πολλούς
την συγκάλυψη για λόγους «ιστορικούς»
την ηθελημένη άγνοια των «τι τα σκαλίζεις τώρα»
και την σιωπή και την αξιοπρέπεια των λίγων
και το πώς μόνο ελάχιστοι μαθητές τον έχουν πάρει χαμπάρι
και δειλά-δειλά τον ρωτάνε
και απαντάει συγκρατημένα
βραχνάς ο «αντικειμενικός» ρόλος του και το fairplay, βραχνάς…

Να εξηγήσει τι;
πως μέχρι και τα παιδιά του όταν ήταν μικρότερα
τα πήγαινε μέρες πριν
και τους μίλαγε για όσα είχε μάθει και θυμόταν
μακριά από φιέστες και κάμερες και ξεπουλήματα
πως ταίριαξε το «Κάτω η Εξουσία» με την Ελληνική Σημαία
Να ξέρουν
Να μάθουν να διακρίνουν το πώς, το τι και το γιατί
Και να αποφασίζουν μόνα τους

Πριν η Ιστορία αποφασίσει γι’ αυτά…

Τίποτα δεν λέει πια λοιπόν
Μόνο κοιτάζει και ακούει


Και θυμάται…

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Διανυκτέρευση [Tides From Nebula - Aura (2009)]



Το έξω θα ήταν μια διέξοδος ίσως
Επειδή όταν η διαφυγή γίνεται ανάγκη, συνήθως είναι αργά
Και οι ανάγκες πιέζουν στις μικρές ώρες
Τα μετράς λοιπόν
Δεν φτάνουν
Ξανά λύση από καβάτζα κιτρινισμένων βιβλίων
Αγορασμένα κυρίως από προσφορές
ή βιβλιοπωλεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο
Και τα σκοτώνουν
Τα νεκρά
Bazaar πτωμάτων, όσο – τόσο
όσο η ευτέλεια της επιβίωσης βγάζει στην επιφάνεια ό,τι πεθαμένο
υιοθετούνται ασυναίσθητα υποκατάστατα
σε έξι χορδές και χαρτάκια micro
μισοτελειωμένα στυλό και μουτζούρες λέξεων
Τι δουλειά έχουμε μείς με τους πεθαμένους;
Δεν βγαίνει ούτε εκεί
Ίσως ένα ποτό, μπορεί και δύο
Να εξιλεωθείς
Να στυλωθείς
Όμως, δεν φτάνουν
Περίσσευμα βρισιές στα δόντια
Λοξό μάτι στα πεθαμένα γράμματα
Πνιγμός η υπόσχεση έξω, βρόγχος το ζορισμένο μέσα
Τα μετράς πάλι
Δεν βγαίνουν με τίποτα
Τελείωσε κι ο καπνός
Σκόρπια κέρματα σαν παλιές αγκαλιές
Συμπληρώνεις να πορευτείς
Μέχρι το άλλοθι του καπνού στο περίπτερο
Ογδονταδύο βήματα
Μετρημένα μπρος - πίσω
Όσα και τα χρόνια του πατέρα
Όταν έφυγε
Και του Χρόνη
Όταν έφυγε κι αυτός
Ευτυχώς, δεν θα το ξεπεράσεις ποτέ
Όσα κλειδιά κι αν κρατάς στο χέρι
Παρακαλάς μονάχα, μην συναντήσεις κανέναν στον δρόμο
Και σου μιλήσει
Δεν είναι πλέον εύκολα τα περί ανέμων και υδάτων
Ειδικά όταν κουβαλάς τόσο χρόνο μέχρι το περίπτερο
και κλειδιά που διανυκτερεύουν

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Και να σκεφτείς, είχαμε σχεδόν νικήσει... - Πασχάλης Παπατσαρούχας (και μια αίσθηση ανάγνωσης)


Ξέρεις, κάποια πράγματα θα πρέπει να ξεκαθαριστούν κάποτε.

Χρωστάμε πολλά.

Στους «αλητάμπουρες» ήρωες.

Όχι σε εκείνους τους χυδαίους που νομίζουν πως η ζωή τους χρωστάει τα πάντα.
Τους άλλους.

Εκείνους, που έχουν συνειδητοποιήσει πως χρωστούν στην ζωή, από γεννησιμιού τους, τα πάντα.
Και σέβονται.
Την ζωή, τον Έρωτα, τους φίλους, τον κόσμο που ζει γύρω τους.

Τους ίδιους, που τρώγονται εσωτερικά με τις ανασφάλειες τους, που δεν διστάζουν να βγαίνουν φόρα παρτίδα και λένε όσα πιστεύουν και όχι όσα πρέπει.
Τους συνεπείς λόγων και πράξεων.

Τους τύπους που πάνε από το Εγώ στο Εμείς με γνώση του ρίσκου και διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα. Με σεβασμό στον εαυτό τους και όλους τους γύρω.

Όσους δεν εξαργυρώνουν την τύχη τους σε λόμπι και κέντρα αποφάσεων, αλλά τρώνε στην μάπα το χημικό και την χλαπαταγή της μάχης, της εσωτερικής τους ή της έξω και ξέρουν γιατί έκαναν τις επιλογές τους, που υπάρχουν και αναπνέουν στην κίνηση και στον επανακαθορισμό του σημαντικού, θυμίζοντας τον Μισέλ Πικολλί στο Themroc, στην σκηνή που τα όργανα της τάξης τον βομβαρδίζουν με καπνογόνα την ώρα που κάνει έρωτα, έχοντας γκρεμίσει ο ίδιος τους «προστατευτικούς» τοίχους του σπιτιού του, κοινοποιώντας σε όλους το μέσα του.

Εκείνους τους τύπους, που μπορούν να διακρίνουν τα λάθη τους και να τα αποδέχονται, κουβαλώντας τα μαζί τους με αγάπη και σεβασμό στον εαυτό τους. Και μιλάνε γι’ αυτά χωρίς φόβο. Γιατί μέσα από αυτά έμαθαν να είναι.

Εκείνους που, ότι πρέπει να ειπωθεί θα το πουν, πιστοί στην δέσμευση του αίματός τους. Και των άλλων.

Όσους άδολα δέσμευσαν τα πάντα στην πρώτη φορά, που πήραν τις αριστερές στροφές γκαζώνοντας και με οξυμένο ένστικτο και γνώση, αναγνώρισαν τα όρια πριν εξοκείλουν δεξιά και τσακιστεί η μηχανή. Και δεν το κράτησαν μέσα τους αλλά ενημέρωσαν και τους άλλους.

Που ξέρουν να διαβάζουν την στραβή την πλεύση, να αναγνωρίζουν τον στραβό γιαλό και τις στραβοτιμονιές μεσοπέλαγα, που κατανοούν από καρδιάς και όσους εξαρχής δεν ανέβηκαν στο μπάρκο, αλλά και όσους επέλεξαν να αποβιβαστούν νωρίς. Και πήγαν και τους βρήκαν πάλι.

Είναι λοιπόν, εκείνοι οι «αλητάμπουρες» που κάνουν εκείνο που πρέπει, με τα οξυμένα κριτήρια και το ακονισμένο βλέμμα, που έχουν χίλια πράγματα στο μυαλό τους, όλα σημαντικά, όλα να συνδέονται, οι ελεγχόμενα αυτοκαταστροφικοί που ζουν πασχίζοντας να ισορροπήσουν το μέσα με το έξω, παίζοντας fair play κι ας το πληρώνουν.
Που δεν διστάζουν να αναμετρηθούν με την προδοσία και τα μαύρα φίδια του μυαλού.

Που ξέρουν πως ο Έρωτας, εκτός από δυο τσιγάρα αναμμένα ταυτόχρονα με ένα σπίρτο, σε ένα στόμα, εκτός από εκρηκτική διευθέτηση του Εαυτού, είναι και μια τεράστια ζυγαριά. Εύθραυστη. Ισορροπιστής διαφορετικών Εγώ. Που πάντα κινείται χωρίς να ισορροπεί. Γι’ αυτό και όλα έχουν σχέση με αυτόν.

Εκείνους που επιζητούν να αισθανθούν στην πράξη «το τίποτα να μοιάζει πιο πολύ και από το περισσότερο». Έστω και την τελευταία στιγμή.

Χρωστάμε λοιπόν φίλε σε όσους μας θυμίζουν πράγματα.

Σε όσους μας ανοίγουν μονοπάτια με την παρουσία τους.

Σε εκείνους που οι δεσμοί αίματος και η φιλοσοφία ζωής, τους κάνει να προσπαθούν να μην ισοπεδωθούν από το σύστημα, ευελπιστώντας πως με αυτή την ύστατη αντίσταση θα αλλάξει το σύστημα. Όπως έλεγε και ένα παλιός και αξέχαστος γνωστός…

Επειδή τελικά, ο Έρωτας είναι πάντα το όχημα όλων όσων είμασταν και ότι θα γίνουμε.
Το αρχέγονο άλλοθι της προσωπικής μας ιστορίας.
Ο θεμέλιος λίθος.

Και εμείς οφείλουμε να προσπαθούμε να χτίζουμε πάνω σε αυτόν.


Ελπίζοντας να ξαναγεννηθούμε σε έναν Έρωτα μέσα…

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Χρόνος - Νίκος Κυριακίδης (και μια προσωπική αίσθηση ανάγνωσης)


Τα έχεις κι εσύ τα σπαράγματα αναμνήσεων;
Τα βλέπεις στον ύπνο σου;
Ξεπροβάλλουν από σκιές σε καλοκαιρινές αυλές;
Από σύννεφα σταχτιά που μοιάζουν με ορτύκια;
Αυτά σε γεμίζουν αγωνία για ότι θα μπορούσε και δεν;
Της είπες όσα έπρεπε όταν;

Και δεν μου λες, όταν σκέφτεσαι τον Χρόνο σου, πόσα καλοκαίρια φοράει;
Πόσο σε καίει ο Ήλιος ακόμη και αθέατος;
Όσο σε ρουφιανεύει το Φως με τις σκιές του, θυμάσαι ποιος κάνει κουμάντο

Κι αν ο Χρόνος έχει χρώμα, τότε είναι οπωσδήποτε Κίτρινο
Σαν παιδικά καλτσάκια νεκρών παιδιών
Για να φαίνονται πιο έντονα όλα τα σκοτάδια, όλα τα γκρι της ζωής, το νερουλιασμένο αίμα, όσα σαπίζουν όταν παρέλθουν

Σου έχει τύχει να παραμιλάς, να το ξέρεις και να βγάζεις συμπεράσματα ζωής σκεπτόμενος άψυχες κούκλες;
Όλοι ξέρουν κι ας μη το μολογάνε, 
ο παρατηρητής του Χρόνου, φοβάται
με την σιωπή της μνήμης και την απουσία της,
με την θάλασσα που δείχνει ψευδοαιώνια και τον μπερδεύει,
με τα νέα μάτια που πολλοί τα λένε ψευδαισθήσεις

(Και πως το έλεγε ο Νικολαϊδης στην Γλυκιά Συμμορία; «Κι αυτός ο πούστης ο ήλιος, δεν τελειώνει ποτέ…»
Κι άρχιζε συχνά με βροχή
Και με λάσπες παρούσες ή κάπου εκεί γύρω
Και πτώματα)

Τα δε καναρίνια, σαν ψυχές Χρόνων, πάντα κίτρινα, ζωντανά ή νεκρά

Υπονοούνται παλαιά κελαϊδίσματα

Και μικρά παιδιά πάνω κάτω

Ζωντανά ή κάποτε

Οι στιγμές, μικρές δηλώσεις ύπαρξης, έχουν αποσπάσματα με λατινικούς αριθμούς μπορούν να λένε μια ιστορία ή πολλές,
έχουν τίτλους και συγχρονίζονται ταυτόχρονα ή παράλληλα ή επάλληλα,
με κίτρινα κοψίματα και εισαγωγικά
που έχουν ενσωματωμένες όλες τις παλιές απόπειρες
Απόπειρες Ζωής
Κίτρινης
Πρώην

Και λέξεις οικείες που σκάβουν
Πτυχές εγκεφαλικού ζελέ
«σε μέρη που γίνεται χάδι το αίμα
Και περιμένω στον άδειο δρόμο…»

...Φίλους
Που ευτυχώς δεν πρόλαβαν να κιτρινίσουν κι αυτοί

Τουλάχιστον κάτι έμαθα πια     
    
Ας πούμε·
«Κάνω τον κοινωνικό, κατάμονος
Διαβάζω πολύ, μέχρι την σελίδα είκοσι,
Το πολύ.
Δεν είναι βέβαια γιατρέ, ασυνήθιστα αυτά τα πράγματα»

Οι Φίλοι και πάλι
Ιδίως όταν φυσάει…


(Παραληρηματικό και αχτένιστο κείμενο-απόνερο ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής «Χρόνος» του Νίκου Κυριακίδη, εκδόσεων «Σαιξπηρικόν»
Αποκλειστική μουσική ανάγνωσης: https://www.youtube.com/watch?v=953o5iD688Q )


Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Της άγνοιας...

Το να βρεις τόπο να υπάρχεις στο πεζούλι μεταξύ κοινωνικής κριτικής, πολιτικού ρεαλισμού, κοινωνιολογικών αναλύσεων, ανθρωποκεντρισμού, ιδεολογικών τάσεων, ιστορικών πεπραγμένων, υποκειμενισμού αντίληψης, αντικειμενοποιημένης αισθητικής και παραίσθησης, Λόγου, Τέχνης και καθημερινότητας της Ύπαρξης, μπορεί να σου κάνει το μυαλό ζελέ 

Και την ψυχολογία πορτοκαλάδα 

Χωρίς ανθρακικό 

Μπορεί και όχι 

Εξαρτάται από τις αντοχές σου 

Και το πως αντιλαμβάνεσαι την μακαριότητα της άγνοιας...


Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

5 Μαΐου...



Τα βάζανε κάτω και τα υπολογίζανε
«Πόσες μέρες απεργήσαμε τον προηγούμενο μήνα;
Πέντε εσύ, πέντε εγώ, δέκα σύνολο…
Δεν βγαίνει γαμώτο. Χρωστάμε τέσσερα κοινόχρηστα, η δόση του σπιτιού δεν βγαίνει, έχουμε σε καθυστέρηση και στο ρεύμα. Δεν βγαίνει γαμώτο…»
Μετά, σκύψανε το κεφάλι και βράζανε μέσα τους, κοιτάζοντας την τηλεόραση

Την επόμενη μέρα πήγανε στα σχολεία τους
Εκείνος, σχόλασε λίγο νωρίτερα, πήρε το αυτοκίνητο μέχρι τον πρώτο σταθμό μετρό, τσέκαρε αν έχει μάσκα άνθρακα μαζί του και ξεκίνησε για το συλλαλητήριο
Μπορεί να μην δήλωσε απεργός σήμερα, αλλά στο συλλαλητήριο θα πήγαινε βρέξει-χιονίσει
Όπως έκανε σε όλα τα τελευταία συλλαλητήρια
Σίγουρα θα έβρισκε και κάποιον φίλο κάτω. Όλο εκεί τους έβλεπε τελευταία
Συναντιόντουσαν χωρίς να το έχουν κανονίσει
Ανησυχούσε όμως με τις αντιδράσεις του τελευταία. Όπου γινόταν κανένας τσαμπουκάς με τους ματατζήδες και ήταν κοντά, όρμαγε χωρίς δεύτερη σκέψη
Τι κι αν είχε τρία παιδιά πια, τι κι αν ήταν «βολεμένος δημόσιος υπάλληλος», τι κι αν ήταν σαρανταφεύγα πια, δεν κρατιόταν με τίποτα
Μερικές φορές, είχε τρομάξει και φίλους έτσι αυθόρμητα και παρορμητικά που αντιδρούσε. Δεν το έκανε επίτηδες. Έτσι του έβγαινε.
Όταν βέβαια γύρναγε σπίτι και έβγαζε τα ρούχα που μυρίζανε χημικά στην εξώπορτα και τα παιδιά του δεν τον πλησιάζανε γιατί έζεχνε ιδρώτα και ψεκάσματα, αισθανόταν αμήχανα και άβολα. Τι να εξηγήσει και τι να πει; Μικρά ήταν ακόμη, ήθελε να τα προστατέψει από την πραγματικότητα για λίγο καιρό ακόμη
Η σύντροφος τον ρώταγε μόνο «Είσαι καλά; Έπαθες τίποτα;» και αναστέναζε από κατανόηση με αγωνία μαζί
Μέχρι την επόμενη φορά

Ο Μάης είχε πλέον μπει, είχε πάει πέντε ο μήνας κι αυτός για άλλη μια φορά κατέβαινε «κάτω»
Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς
Δεν μπόρεσε να βρει κάποιον φίλο. Κάτι γνωστούς βρήκε αλλά τους άφησε και προχώρησε μπροστά στην πάνω μεριά της πλατείας Συντάγματος, ενώ ακούγονταν ήδη πολλές κρότου-λάμψης.
Όταν έσκασε η μεγαλύτερη ομοβροντία καπνογόνων και χημικών που θυμόταν να είχε βρεθεί εκείνες τις μέρες, ο κόσμος άρχισε να υποχωρεί προς τον Εθνικό Κήπο με φόβο να καταπατηθεί
Στην αρχή, επειδή είχε δει τον αέρα να φυσάει προς την ίδια κατεύθυνση και κατάλαβε πως το χημικό σύννεφο θα τους αγκάλιαζε για περισσότερο χρόνο, φώναξε με μερικούς άλλους «Όχι πίσω παιδιά! Μπροστά πάμε όλοι! Μην πανικοβάλλεστε!!! Μπροστά!»
Μάταιος κόπος. Ο πανικός βουλώνει τα αυτιά
Έμεινε ξαφνικά μόνος του μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο, να βήχει πίσω από την φτηνή μάσκα άνθρακα και να προσπαθεί να στερεώσει τα μαύρα γυαλιά ηλίου στα μάτια του, μπας και γλυτώσει λίγο από τα δακρυγόνα
Περπάταγε κόντρα στο σύννεφο, να περάσει μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη και να συνεχίσει στην πορεία. Δεν θα τους πέρναγε γαμώ το φελέκι μου μέσα!
Διέκρινε μερικές φιγούρες ματατζήδων να έρχονται προς το μέρος του, ενώ εκείνος συνέχιζε να περπατάει προς την κατεύθυνσή τους και να βρίζει καντήλια και φύτρες και ιερά και όσια
Ήταν σίγουρος πως θα τελείωνε πολύ σύντομα
Μια γερή γκλομπιά στο κεφάλι και αυτό θα ήταν
Τσιτωμένος από την αδρεναλίνη, περπάταγε σταθερά και περίμενε να αισθανθεί το χτύπημα

Ίσως το ότι έτσι ντυμένος στα ολόμαυρα, στην ηλικία του, με μπανάνα στην μέση και με το στυλ που έμοιαζε για ασφαλίτης, ίσως το παχύ λευκό σύννεφο χημικών, ίσως το ότι έβριζε και προχώραγε μπροστά, ίσως επειδή ήταν απλά κωλόφαρδος, κανείς δεν τον ακούμπησε
Πότε βρέθηκε να περνάει δίπλα από το Μεγάλη Βρετανία και να κάθεται να πάρει ανάσες σε ένα πεζούλι, κλαίγοντας και φτύνοντας χημικά και σάλια, δεν το κατάλαβε
Μια παρέα νεαρών που τον είδε τον ρώτησε αν είναι καλά και αν θέλει λίγο riopan. Τους ευχαρίστησε και αρνήθηκε

Την ωρα που προσπαθούσε να απαλλαγεί από μύξες, σάλια και χημικά, χτύπησε το τηλέφωνο
-          Που είσαι; Θα έρθεις να μας πάρεις από το σχολείο;
-          Είμαι στην Πανεπιστημιού και ξερνάω χημικά· απάντησε
-          Που;;; Μα είπες πως δεν…
-          Πάρε τα παιδιά και πες στον πατέρα σου να σας πάρει. Έρχομαι αλλά θα καθυστερήσω λίγο… Βγάλε στην εξώπορτα μια σακούλα να βάλω μέσα τα ρούχα να τα βγάλουμε στο μπαλκόνι. Να μην με δουν τα παιδιά έτσι…

Σηκώθηκε πέταξε την άχρηστη πια μάσκα άνθρακα των τριων ευρώ και κατηφόρισε στην Πανεπιστημίου
Από την Σταδίου έβλεπε να ανεβαίνει πυκνός μαύρος καπνός και να ακούγονται σειρήνες πυροσβεστικής
Μπήκε στο μετρό και κοίταγε τον κόσμο γύρω του.
Πολλοί είχαν σημάδια από χημικά πάνω τους, άσπρα πρόσωπα από το Maalox, άλλοι έβηχαν συνέχεια
«Να πάω να αγκαλιάσω τα παιδιά μου» σκεφτόταν

Το ίδιο βράδυ, το σοκ της συνειδητοποίησης του τι ήταν εκείνος ο μαύρος καπνός στην Σταδίου, του έκανε το στομάχι χάλια και την ψυχολογία ερείπιο
Κάποια στιγμή, είδε στην τηλεόραση και μια λήψη από το προαύλιο της Βουλής, που έδειξε έναν μοναχικό τύπο στα μαύρα, να χάνεται μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο χημικών και να βγαίνει από την άλλη μεριά
Ανατρίχιασε
Αύριο, θα πήγαινε να αγοράσει καινούρια μάσκα, καλύτερα καμιά δεκαριά κι ας ήρθαν και τα καινούρια κοινόχρηστα

……..
Μετά, ο χρόνος πέρασε
Πολλά ξεχάστηκαν, πολλοί ξέχασαν
Εξακολουθεί και χρωστά  τρία κοινόχρηστα, τα παιδιά πάνε και γυρίζουν μόνα τους από τα σχολεία και τις σχολές τους
Του μείνανε τουλάχιστον δύο τρεις μάσκες
Ποτέ δεν ξέρεις…